ἀνδρικόν


ἀνδρικόν
ἀνδρικός
masculine
masc acc sg
ἀνδρικός
masculine
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • PHALLUS — hesychio τὸ ξύλινον αἰδοῖον ἀνδρικὸν, ligneum virile: in Osiridisac Bacchi sacris sollemni pompâ gestari solitum, ut dictum in voce Phallica: et paulo hic infra. Imo unus ex quatuor Lasciviae Diis, quos, praeter Venerem, recenset Licetus, Priapum …   Hofmann J. Lexicon universale

  • TRIPHALLUS et ITHYPHALLUS — Priapi cognomina; a voce phallus, Hesychio τὸ ξύλινον αἰδοῖον ἀνδρικὸν, quales etiam in bacchi honorem erigi consuevisse, docet Lucian. in Dea Syra. Erat et festum φαλλαγωγίας, in quo cuncti phallos adorabant et exosculabantur, de quo vide… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ανδρικός — ή, ό και αντρικός (Α ἀνδρικός, ή, όν) 1. εκείνος που ανήκει ή αφορά σε άνδρα, ανδροπρεπής, αντρίκιος 2. ανθεκτικός, καρτερικός, θαρραλέος αρχ. 1. εκείνος που αποτελείται από άνδρες 2. μεγάλος, μεγάλης χωρητικότητας (κύλιξ) 3. το ανδρικόν ανδρεία …   Dictionary of Greek